Η θέση της γυναίκας στην Αρχαία Αθήνα (Βελεκάκου Βασιλική- Κατσαφούρου Μαρία-Κωνσταντίνα)
Σε ό,τι αφορά την γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα -και όχι μόνο
στην Αθηναϊκή Δημοκρατία- η πρώτη κύρια δυσκολία που αντιμετώπιζε ένα
νεογέννητο κορίτσι ήταν να του επιτραπεί να ζήσει. Εξαρτάτο άμεσα από την απόφαση
του πατέρα η έκθεση του νεογνού σε μια ερημική περιοχή, καθώς η γέννηση ενός
θηλυκού μέλους θεωρείτο ανώφελο επιπρόσθετο έξοδο για τον οίκο, εφόσον μάλιστα
σε ένα κατεξοχήν πατριαρχικό σύστημα κληρονομιάς δεν είχε τη δυνατότητα να
διατηρήσει το οικογενειακό όνομα και συνεπώς τα οικογενειακά περιουσιακά
στοιχεία
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το ενδιαφέρον για τη θέση των
γυναικών στην κλασική αρχαιότητα ξυπνά κατά το 19ο αι, με το γνωστό έργο του J.
Bachofen Mutter Recht, όταν η «γυναίκα» ως διακριτή κατηγορία ιστορικής και
ανθρωπολογικής ανάλυσης γίνεται αντικείμενο σοβαρής επιστημονικής έρευνας. Οι
ακαδημαϊκοί όχι μόνον εξέτασαν την εικόνα της γυναίκας, έτσι όπως αναδύεται από
τα ποιητικά κείμενα, αλλά μελέτησαν επίσης την κοινωνική της θέση στις διαφορετικές
ιστορικές περιόδους της αρχαιότητας.
ΔΗΜΟΣΙΟΣ
ΒΙΟΣ:
Στο σπίτι ενός Αθηναίου πολίτη το μικρό κορίτσι μεγάλωνε με
τη φροντίδα μιας τροφού και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στα
γυναικεία διαμερίσματα, την πεμπτουσία του γυναικείου χώρου, όπου συνήθως οι
μητέρες μεγάλωναν τα παιδιά τους και ασχολούνταν με την υφαντική. Ωστόσο, η
ενασχόληση της γυναίκας στην πραγματικότητα ήταν η διεύθυνση όλων των πρακτικών
ζητημάτων του νοικοκυριού όπως τονίστηκε από τον Ησίοδο, ενώ αρκετούς αιώνες
αργότερα ο Αριστοτέλης και ο Ξενοφών θεώρησαν το γάμο εμπορική συμφωνία.
Από νομικής άποψης το σύστημα στην κλασική Αθήνα ήταν έτσι
διαμορφωμένο ώστε η γυναίκα να είναι απαραίτητη μόνο για την εξασφάλιση της
κληρονομιάς. Η γυναίκα δια βίου δεν είχε καμία εξουσία, ούτε καν στην ίδια της
την ύπαρξη. Ο γάμος της δεν απαιτούσε τη συγκατάθεσή της και τα μόνα της
αποκτήματα ήταν τα ενδύματα και τα κοσμήματά της. Πρακτικά περνούσε από την
προστασία του ενός κυρίου -του πατέρα- στον άλλο -το σύζυγο- και αν ο πατέρας
της πέθαινε χωρίς αρσενικό απόγονο, τότε ως επίκληρος έπρεπε να χωρίσει και να
παντρευτεί τον αδελφό του πατέρα της, προκειμένου να εξασφαλιστεί η
αρρενογραμμική διαδοχή.
Η γυναίκα κατά την κλασική αρχαιότητα θεωρείτο βιολογικά και
ψυχολογικά πλάσμα που δεν είχε την ικανότητα να ελέγξει τον εαυτό της και να
αντισταθεί σε εξωτερικά ερεθίσματα, ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται και τα
συναισθήματα. Στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη, για παράδειγμα, η γυναίκα
παρουσιάζεται λιγότερο ανθεκτική στις επιδράσεις της Αφροδίτης. Όμως, την
πληρέστερη συζήτηση για τη γυναικεία φύση την παρουσίασε ο Αριστοτέλης, ο
οποίος πίστευε ότι στη γυναικεία ψυχή είναι «παρούσα η λειτουργία της σκέψης
αλλά αδρανής». Στα Νικομάχεια Ήθη μάλιστα πρότεινε ότι εξαιτίας της ηθικής της
αδυναμίας έπρεπε να παντρεύεται σε νεαρή ηλικία και να κλείνεται στο σπίτι.
Τα στρατηγικά μέτρα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας για
αποφευχθεί ο ηθικός κίνδυνος που συνεπαγόταν η γυναικεία φύση, περιελάμβαναν
μικρή έως ανύπαρκτη εκπαίδευσή και τον πρόωρο εγκλεισμό της στην απομόνωση της
οικίας μέσω του γάμου.Ο έσχατος έλεγχος ήταν η αδυναμία της να ορίσει τον εαυτό
της ακόμα και στην ερωτική συνεύρεση, στην οποία ο άνδρας είχε τον απόλυτο και
αποκλειστικό έλεγχο. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα του Ευριπίδη στις
Τρωάδες, όπου η Ανδρομάχη μιλά για το μίσος μιας γυναίκας στη συζυγική κλίνη.
Με λίγα λόγια η γυναίκα στον αρχαίο ελληνικό κόσμο έπρεπε να
είναι σεμνή, όμορφη και υγιής, προκειμένου να συμβιβάζεται με τα πρότυπα μιας
ανδροκρατικής κοινωνίας. Ακόμα και στην τέχνη είναι δυνατόν να παρατηρήσει
κανείς ότι από την αρχαϊκή περίοδο ως και το τέλος περίπου της κλασικής
περιόδου όπου το θηλυκό κορμί απελευθερώνεται, η γυναίκα -ιδιαίτερα στη
γλυπτική- παρουσιάζεται ευπρεπώς ενδεδυμένη, ενώ αποφεύγεται η έμφαση στα
χαρακτηριστικά του φύλου.
Αναφέρεται συχνά η άποψη ότι η κοινωνική θέση των γυναικών
υποβιβάστηκε με την εισαγωγή της δημοκρατίας όχι ως άμεσος αντικειμενικός
στόχος, αλλά ως έμμεση στρατηγική υποστήριξης του νέου συστήματος. Το νομικό
καθεστώς της κληρονομιάς ήταν ζωτικό για την επιβίωση μιας δημοκρατίας
στηριγμένης στη γαιοκτησία. Πλέον σύγχρονες έρευνες έχουν απορρίψει τούτη τη
θεωρία, δίνοντας έμφαση στο επιχείρημα ότι η ουσία του δημοκρατικού συστήματος
δε βρισκόταν στη ρύθμιση των περιουσιακών στοιχείων των πολιτών, αλλά στη
δημιουργία ισότητας μεταξύ των αρρένων πολιτών, βάσει του γεγονότος ότι κάθε
άντρας ήταν κύριος ενός οίκου που περιλάμβανε γυναίκες, παιδιά και δούλους,
συνεπώς μιας ομάδας ατόμων που υποτάσσονταν στην εξουσία του. Εφόσον ο άνδρας
πρέπει να είναι κύριος του εαυτού του, ώστε να χαρακτηριστεί πολίτης, έτσι και
ο πολίτης είναι κύριος μιας ομάδας ατόμων που υποτάσσονται στην εξουσία του.
Στην ουσία, λοιπόν, η υποταγή των γυναικών είναι αναπόσπαστο κομμάτι του
δημοκρατικού συστήματος.
Οι εξαιρέσεις έρχονται από τη Σπάρτη, πιθανώς τη Χίο και τη
Λοκρίδα, όπου η εκπαίδευση των γυναικών και τα ιδιαίτερα ήθη επέβαλλαν μια
διαφορετική πρακτική. Ειδικά σε ό,τι αφορά στη Σπάρτη οι γυναίκες «ξέφυγαν
πραγματικά από την πατρική η συζυγική κηδεμονία», (παίζοντας μάλιστα ενεργητικό
ρόλο στην κοινωνική και πολιτική σκηνή. Κατά τα άλλα ο μόνος δρόμος για την
απελευθέρωση από την ανδρική κηδεμονία ήταν ο μοναχικός δρόμος της εταίρας, της
μόνης ελεύθερης γυναίκας του κλασικού κόσμου που μπορούσε να συμμετέχει σε
συμπόσια, να διαχειρίζεται τα οικονομικά της και να μιλά με τους άνδρες ως ίση
προς ίσο.
Το στερεότυπο της εταίρας είναι ένα από τα σύμβολα του
μετασχηματισμού που ούτως ή άλλως επήλθε μετά το τέλος των πολέμων προς το
τέλος του 5ου μ.Χ. αι. και της συρρίκνωσης του ανδρικού πληθυσμού εξαιτίας των
μαχών και του λοιμού. Η γυναίκα σε αυτή την περίοδο κυκλοφορούσε πιο ελεύθερα
και ως πλειοψηφία στην πόλη των Αθηνών είχε και δυνατότερη πολιτική φωνή. Οι
κοινωνικές αλλαγές ως αποτέλεσμα των πολέμων σε αυτή την περίοδο, η εισροή
ξένων στην πόλη των Αθηνών και η μεταφορά του πλούτου στα χέρια κατώτερων οίκων
είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή απελευθέρωση των γυναικών και την εξάπλωση αυτής
της απελευθέρωσης πέρα από τα όρια των Αθηνών στον υπόλοιπο αρχαίο ελληνικό
κόσμο.
Τη φαινομενική ή ουσιαστική υποταγή της γυναίκας στον άνδρα
της, που αποτελούσε το ιδανικό όλων των αρχαίων πόλεων, βοηθούσε η σημαντική
διαφορά ηλικίας ανάμεσα στους συζύγους. Ιδανικά, ο γαμπρός ήταν τριάντα ετών
και η νύφη δεκαπέντε, αλλά τα χρόνια που τους χώριζαν στην πραγματικότητα
μπορούσαν να είναι πολύ περισσότερα. Ο ίδιος ο γάμος δεν ήταν παρά μια υπόθεση
ανδρών. Ο επίδοξος σύζυγος ζητούσε από τον πατέρα της μελλόνυμφης την κόρη του,
όταν αυτή βρισκόταν σε προεφηβική ηλικία. Οι δύο άνδρες συμφωνούσαν με μια
αμοιβαία υπόσχεση (ἐγγύην) που επικυρωνόταν, όταν πλησίαζε η κόρη σε γόνιμη
ηλικία, με την εγκατάστασή της στο σπίτι του συζύγου. Η εγκατάσταση ονομαζόταν
συνοίκησις.
Οι παράγοντες που κυρίως καθόριζαν τον γάμο ήταν ο πλούτος
και η κοινωνική θέση των δύο οικογενειών. Η ομορφιά του νεαρού κοριτσιού, όπως
και οι συνθήκες ανατροφής του, είχαν οπωσδήποτε σημασία, αλλά δεν αποτελούσαν
κυρίαρχο κριτήριο στην επιλογή. Σε μια ελεύθερη αγορά προσφοράς και ζήτησης οι
δυνατότητες απότομης κοινωνικής ανόδου μέσω του γάμου ήταν μάλλον περιορισμένες
και η ταξική συμβατότητα πρακτικά είχε τον πρώτο λόγο στη σύναψη της συμφωνίας.
Ωστόσο, μαρτυρούνται μεμονωμένες περιπτώσεις ταξικά ασύμβατων γάμων, ιδίως όταν
η νύφη παντρευόταν για δεύτερη φορά, λόγω διαζυγίου ή θανάτου του πρώτου
συζύγου της.
Ο πατέρας της νύφης είχε την υποχρέωση να δώσει στην κόρη
του προίκα. Συνήθως δίνονταν κινητά αγαθά (σκεύη, ρούχα, έπιπλα κτλ.), αλλά η
προίκα μπορούσε να περιλαμβάνει και γη. Ο άνδρας αναλάμβανε την υποχρέωση να
συντηρεί τη σύζυγό του και να συνευρίσκεται μαζί της για την απόκτηση νόμιμων
τέκνων. Η διατήρηση της γενιάς και του ονόματος της οικογένειας, η μεταβίβαση
της περιουσίας σε άρρενα τέκνα και η φροντίδα κατά τη γεροντική ηλικία από
νόμιμα παιδιά ήταν οι κύριοι στόχοι του γάμου.
Η τελετή του γάμου διαρκούσε τρεις μέρες και ήταν ιδιωτική
υπόθεση των δύο οικογενειών. Την πρώτη μέρα η νύφη αφιέρωνε τα παιδικά
παιχνίδια της στην Άρτεμη, την παρθένα θεότητα των δασών. Από εδώ και στο εξής
θα εγκατέλειπε οριστικά την άγρια θεά, μαζί με την παρθενία, για να βρεθεί κάτω
από την προστασία της Ήρας Τελείας, θεάς του γάμου, της Εστίας, που προστάτευε
την οικογενειακή φωτιά, και της Δήμητρας, που χάριζε γονιμότητα. Μόνο κατά τη
διάρκεια της εγκυμοσύνης και στους θηριώδεις πόνους του τοκετού θα ξανάβρισκε η
παντρεμένη γυναίκα τη θεά της παιδικής της ηλικίας (που ονομαζόταν τώρα Άρτεμις
Λοχία), μαζί με την Ειλείθυια, προστάτιδα των ωδίνων. Τη δεύτερη μέρα, ύστερα
από το γαμήλιο γεύμα που παρέθετε ο πατέρας της νύφης στο σπίτι του, οδηγούσαν
την κοπέλα, με το πρόσωπο καλυμμένο με πέπλο, στο σπίτι του γαμπρού και
τελούσαν ενώπιόν του τα ἀποκαλυπτήρια. Την επόμενη και τελευταία μέρα της
τελετής η νύφη δεχόταν στη νέα της κατοικία τα γαμήλια δώρα συγγενών και φίλων
και προετοιμαζόταν για την επόμενη φάση της ζωής της. Ανάλογα με τη θέση του
στην κοινωνία και την οικονομική επιφάνειά του, ο πατέρας της νύφης μπορούσε να
παραθέσει γαμήλιο τραπέζι στον δῆμον όπου ανήκε.
Η τριήμερη τελετή του γάμου ήταν, εκτός από γιορτή, επίσης
μια διαβατήρια τελετή για την ενηλικίωση της νύφης. Η κοπέλα δεν άλλαζε μόνο
κύριον και τόπο κατοικίας. Άλλαζε πρωτίστως θέση στην κοινωνία. Από παρθένα και
κόρη, που ήταν έως τότε, γινόταν τώρα γυναίκα, και σε λίγους μήνες θα φανέρωνε
την ιδιότητα της μητέρας. Η στειρότητα ήταν η μεγαλύτερη μομφή για μια γυναίκα,
γιατί σήμαινε αδυναμία να επιτελέσει τον κυριότερο ρόλο που της είχε αναθέσει η
φύση και η πόλη.
Η γέννηση, όπως και ο θάνατος, αντιμετωπιζόταν με δέος. Μια
έκφραση του σεβασμού απέναντι στην ακατάληπτη δύναμη που φέρνει στο φως νέες
υπάρξεις ήταν η θεώρηση του τοκετού και της λοχείας ως φάσεων που προκαλούν
μόλυνση - ιδίως σε όσους δεν συμμετέχουν άμεσα στη διαδικασία. Οι άνδρες
χρειάζονταν μεγαλύτερη προφύλαξη, διότι ήταν ευκολότερα θύματα της δυναμικής
αυτής έξαρσης της ζωής. Η επαφή τους με το νεογέννητο και τη λεχώνα σύζυγο
απαιτούσε τελετουργικούς καθαρμούς. Την κλασική περίοδο έγιναν προσπάθειες να
διαδοθεί η καινοφανής ιδέα ότι ο άνδρας είναι ο αληθινός γεννήτορας του βρέφους
και ότι η γυναίκα παρέχει μόνο τον απαραίτητο τόπο για την ανάπτυξη του
ανδρικού σπόρου με τροφή. Όμως η παλαιά (και φυσικότερη) πεποίθηση ότι το
νεογνό ανήκει ουσιαστικά στη μητέρα παρέμενε ισχυρή. Η απόσπασή του από αυτή
και το καλωσόρισμά του στον ευρύτερο χώρο του οίκου έπρεπε να γίνεται τελετουργικά.
Η ένταξη του νεογέννητου βρέφους στους κόλπους της
οικογένειας ήταν μια ιδιωτική υπόθεση, που συνέβαινε με θρησκευτική σοβαρότητα.
Την πέμπτη μέρα μετά τη γέννηση, ο πατέρας έτρεχε, με το βρέφος στην αγκαλιά
και ίσως γυμνός, γύρω από την εστία του σπιτιού, ζητώντας την ευμένεια των θεών
και παρακαλώντας την Εστία, θεά του οίκου, να το δεχτεί. Η μητέρα ήταν παρούσα
και ίσως συμμετείχε τρέχοντας και αυτή. Η τελετή ονομαζόταν ἀμφιδρόμια, είχε τη
μορφή υιοθεσίας και ήταν παρόμοια με αυτή που τελούσαν για να δεξιωθούν στο
σπιτικό έναν νεοαποκτηθέντα δούλο. Το γεγονός σηματοδοτούσε την απόφαση των
γονέων να αναθρέψουν το παιδί, αντί να το απορρίψουν εκθέτοντάς το στους
δρόμους. Κατόπιν οι συγγενείς έφερναν γενέθλια δώρα. Σε μια άλλη ιδιωτική
τελετή, που γινόταν πέντε μέρες μετά, οι γονείς έδιναν όνομα στο ανώνυμο
νεογνό. Το πρώτο αγόρι της οικογένειας έπαιρνε κατά κανόνα το όνομα του παππού
του. Έτσι έκλεινε ο τριμερής κύκλος φυσικής αναγέννησης (πατέρας-γιος-εγγονός),
καθώς είχε αποδειχθεί η γονιμική δύναμη του γιου. Για τα επόμενα επτά χρόνια
της ζωής του το παιδί θα συναναστρεφόταν σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες: τη
μητέρα του, τη βάγια-τροφό (αν υπήρχε) και τις δούλες του σπιτιού.
Η ΖΩΗ ΚΑΙ
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ:
Η θέση και ο ρόλος της γυναίκας στο κοινωνικό σύνολο πέρασε
από διάφορα επίπεδα και είναι πρόσφατοι οι αγώνες που έδωσε το γυναικείο φύλλο
για την εξίσωση του με τους άνδρες. Κάνοντας μια αναδρομή στο παρελθόν θα
μελετήσουμε την ζωή και τον ρόλο της γυναίκας στην Αρχαία Ελλάδα. Είναι
προτιμότερο να εξετάσουμε την θέση που κατείχε η γυναίκα στην αθηναϊκή κοινωνία
της Κλασικής Εποχής μιας και από ιστορικές πηγές που διαθέτουμε μπορούμε να
συμπεράνουμε ποια ήταν η ζωή και ρόλος της στην Κλασική Αθήνα. Η Αθήνα για
περισσότερο από δυο αιώνες αποτελούσε κυρίαρχη στρατιωτική και πολιτική δύναμη
στον ελλαδικό χώρο με αποτέλεσμα να έχουμε μια πλήρη εικόνα της ζωής της
γυναίκας την εποχή εκείνη.
Στην Κλασική Αθήνα λοιπόν, ο δήμος των πολιτών χωρίζονταν σε
διάφορες κοινωνικές τάξεις μέσα από τις οποίες καθορίζονταν και η θέση της
γυναίκας στην αθηναϊκή κοινωνία. Είναι άλλωστε γνωστό, ότι ο πληθυσμός της
Αττικής δεν αποτελούνταν εξολοκλήρου από Αθηναίους πολίτες αλλά και από δούλους
(αιχμάλωτοι πολέμου) και από μετοίκους (κάτοικοι άλλων πόλεων που δεν ήταν
Αθηναίοι πολίτες). Έτσι κατ' επέκταση και ο γυναικείος πληθυσμός ήταν
ανομοιογενείς και δεν αποτελούνταν αποκλειστικά από Αθηναίες αλλά υπήρχαν
δούλες και γυναίκες μετοίκων και κάθε μια από αυτές τις κατηγορίες γυναικών
κατείχαν την δική τους ξεχωριστή θέση στην αθηναϊκή κοινωνία.
Η Αθηναία, δηλαδή η γυναίκα που ήταν σύζυγος ή κόρη Αθηναίου
πολίτη, ήταν αρκετά δύσκολο να αποκτήσει την ανεξαρτησία της και παρέμενε
πάντοτε υπό την κηδεμονία του πατέρα της ή του νόμιμου κηδεμόνα της, του
''κυρίου'' της όπως λεγόταν. Ακόμα και μετά τον γάμο, που πρέπει να επισημανθεί
ότι δεν ήταν επιλογή της νέα γυναίκας, αλλά ένα είδος διακανονισμού, δηλαδή μια
προφορική υπόσχεση ανάμεσα στον νόμιμο κηδεμόνα και τον μελλοντικό της σύζυγο,
η κηδεμονία της μετατοπιζόταν στον σύζυγο της και αν αυτός αργότερα πέθαινε ,
κηδεμόνας της καθοριζόταν ο γιος της ή ο πιο κοντινός της συγγενής (π.χ.
αδερφός). Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι η Αθηναία ήταν συνεχώς κάτω από την
εποπτεία κάποιου άνδρα ο οποίος μεταξύ άλλων διαχειριζόταν και την περιουσία
της. Όσο καιρό ήταν ανύπανδρη, το ρόλο αυτό τον είχε ο πατέρα της και αργότερα
μετά τον γάμο, η εκμετάλλευση της περιουσίας της γινόταν από τον άνδρα της.
Η συνεισφορά της Αθηναίας γυναίκας στην οικογενειακή
περιουσία γινόταν είτε με οικιακά σκεύη, χρυσά κοσμήματα, αρώματα είτε με
ακίνητη περιουσία όπως κτήματα που απλά παραχωρούνταν στον γαμπρό να τα
εκμεταλλεύεται άλλα χωρίς αυτά να του ανήκουν. ’λλωστε σημαντικές επιγραφές που
βρέθηκαν στην Γόρτυνα της Κρήτης, καταγράφουν διάφορους νόμους που σχετίζονται
με την θέση των γυναικών στην κοινωνική κατάσταση της εποχής και πιστεύεται ότι
ανταποκρίνονται και στην Αθηναϊκή πραγματικότητα. Συγκεκριμένα αναφέρεται εκεί
,ότι αν ο σύζυγος χωρίσει την γυναίκα του, αυτή μπορεί να κρατήσει την
περιουσία που έφερε μαζί της πριν τον γάμο, την μισή αγροτική παραγωγή (αν
υπάρχει) και τα μισά από ότι έχει υφάνει η ίδια μέσα στο σπίτι. Επιπλέον δικαιούταν
να πάρει και κάποια χρήματα από τον σύζυγο της. Σε περίπτωση θανάτου του
συζύγου η προίκα της θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για ένα δεύτερο γάμο ενώ αν
είχε παιδιά θα μπορούσε να μένει στο σπίτι του άνδρα της και η προίκα της
παραχωρούνταν στα παιδιά της .
Η Αθηναία λοιπόν δεν είχε την δυνατότητα να ενεργήσει σαν
ενήλικη και να πάρει αποφάσεις για το τρόπο ζωής της ,αφού όπως όριζε ο νόμος
είχε σε όλη την διάρκεια της ζωής ένα κηδεμόνα. Στην μόνη περίπτωση που
μπορούσε να επέμβει ήταν στην ακύρωση του γάμου της. Αν και είχε την δυνατότητα
να παρουσιάσει μόνη της την αίτηση διαζυγίου της (αφού και ο νόμος το επέτρεπε)
στον ανώτερο άρχοντα, τις περισσότερες φορές ενεργούσε για αυτήν κάποιος από
τους συγγενής της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γυναίκα του Αλκιβιάδη,
ενός σπουδαίου πολιτικού, που μη μπορώντας να αντέξει τις συνεχής απιστίες του
συζύγου της, θέλησε να χωρίσει. Αυτή η δυνατότητα, ήταν η μόνη μορφή
ανεξαρτησία που κατείχε η Αθηναία μιας και δεν μπορούσε να έχει καμιά άλλη
συμμετοχή σε πολιτικές δραστηριότητες. ’λλωστε, όπως είναι γνωστό, ο ρόλος της
ως νόμιμη σύζυγος Αθηναίου πολίτη περιοριζόταν στην γέννηση και σωστή ανατροφή
των παιδιών για την συνέχιση της οικογένειας και στην διαχείριση (αλλά όχι
οικονομική) του οίκου της. Είχε την επίβλεψη των υπηρετριών, κατεύθυνε όλες τις
δραστηριότητες μέσα στο σπίτι, αναλάμβανε να εκπαιδεύσει τις δούλες που δεν
γνώριζαν να υφαίνουν και είχε την εποπτεία της τροφού που θα μεγάλωνε τα παιδιά
της. Πολλά κείμενα αναφέρονται σε συμβουλές προς την μητέρα για την σωστή
επιλογή της τροφού-παραμάνας. Ανάμεσα στα άλλα προσόντα που θα είχε η παραμάνα,
θα έπρεπε να μην έχει την τάση για νύστα, να είναι υπομονετική και κυρίως σεμνή
για να μην προκαλεί το σύζυγο της Αθηναίας.
Η Αθηναία λοιπόν μιας επιφανούς οικογένειας, έμενε συνέχεια
στο σπίτι με τις υπηρέτριες, δεν μπορούσε να έχει τίποτα στην πλήρη ιδιοκτησίας
της και ο μόνος λόγος για τον οποίο έβγαινε από το σπίτι ήταν για να εκτελέσει
τα θρησκευτικά της καθήκοντα προς τους θεούς. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να
σημειώσουμε τον σημαντικό ρόλο που έπαιζαν οι γυναίκες στην κηδεία και στην
ταφή ενός συγγενικού προσώπου. Αυτές αναλάμβαναν όλες τις ιεροτελεστίες,
απέδιδαν τιμές, μοιρολογούσαν και ντύνονταν με μαύρα ρούχα.
Εκτός όμως από την Αθηναία νομική σύζυγο ενός πολίτη υπήρχαν
και οι ‘’παλλακίδες’’ που ήταν φτωχές ελεύθερες Αθηναίες ή δούλες που συνδεόταν
ερωτικά με τον σύζυγο της Αθηναίας αλλά δεν είχαν καμιά νομική κατοχύρωση από
τον σύντροφο της Αθηναίας. Της περισσότερες φορές η Αθηναία ήταν υποχρεωμένη να
ανέχεται την παρουσία της ακόμα και μέσα στο σπίτι της. Αυτό όμως δεν
αποτελούσε μοιχεία για τον Αθηναίο πολίτη αφού η μόνη μορφή μοιχείας που ήταν
κατακριτέα ήταν η σύναψη ερωτικής σχέση με την σύζυγο ενός άλλου Αθηναίου
πολίτη. Αντίθετα αν η σύζυγος απατούσε τον σύζυγο της τότε τιμωρούνταν αυστηρά.
Η τιμωρία που της επέβαλε το κοινωνικό σύνολο επικεντρώνονταν στην απώλεια του
μοναδικού δικαιώματος, της συμμετοχής της σε θρησκευτικές τελετές, που ήταν και
η μόνη πολιτική δραστηριότητα. Επιπλέον πολλές φορές ο σύζυγος της, την
τιμωρούσε διώχνοντας την από το σπίτι.
Εκτός από τις Αθηναίες και τις παλλακίδες στην Κλασική
Αθήνα, υπήρχαν και πολυάριθμες δούλες (κυρίως αιχμάλωτες πολέμου) που είχαν
μόνο οικιακές δραστηριότητες και χρησιμοποιούνταν ως υπηρέτριες ή ως εργάτριες,
παράγοντας κάποια προϊόντα που θα μπορούσαν να πουληθούν στην αγορά. Δεν
μπορούσαν να παντρευτούν χωρίς την άδεια του αφέντη τους, που τις είχε αγοράσει
και στον οποίο ανήκαν εξολοκλήρου. Αυτός είχε την δυνατότητα να τις πάρει ένα
για ένα βράδυ στο κρεβάτι του ή να τις παραχωρήσει στους φίλους του μιας και
δεν είχαν καμιά μορφή ελευθερίας αφού νοικιάζονταν, πουλιόνταν, αγοράζονταν
σύμφωνα με τις καταστάσεις. Αλλά μπορούσαν όμως να ελευθερωθούν μόνο με την
εύνοια του ιδιοκτήτη τους.
Στην Κλασική Αθήνα είναι γνωστό ότι διέμεναν, με τις
οικογένειες τους, άτομα ξένα στην καταγωγή όμως μόνιμοι κάτοικοι της Αρχαίας
Αθήνας. Η ζωή των συζύγων των πλουσίων αυτών ξένων, των ‘’μετοίκων’’ όπως
λέγονταν δεν διέφερε σημαντικά από την ζωή των γυναικών των Αθηναίων πολιτών.
Έμεναν και αυτές στο σπίτι και φρόντιζαν για την σωστή διαχείριση του οίκου.
Εκτός όμως από τις συζύγους των πλουσίων μετοίκων υπήρχαν
και γυναίκες μέτοικοι που εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, χωρίς δική τους
οικογένεια. Για να επιβιώσουν έπρεπε να αποκτήσουν χρήματα και ο μόνος τρόπος
ήταν να χρησιμοποιήσουν το μόνο πράγμα που διέθεταν, το σώμα τους. Μερικές από
αυτές αγοράστηκαν για δούλες και άλλες τις χρησιμοποιούσαν για την απόκτηση της
ηδονής. Ορισμένες από αυτές απέκτησαν αρκετά χρήματα και αυτό τους έδωσε το
προνόμιο να συμμετέχουν στα συμπόσια κρατώντας συντροφιά στους ισχυρούς άνδρες
της εποχής και αυτές ουσιαστικά ήταν οι μόνες ελεύθερες γυναίκες στην Κλασικής
Αθήνας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η σχέση της περίφημης ''εταίρας'' (ως
ονομάζονταν οι γυναίκες αυτές) Ασπασίας με τον Περικλή που την είχε ερωτευθεί
τόσο που χώρισε την νόμιμη σύζυγο του και απέκτησε μαζί της ένα παιδί.
Οι γυναίκες αυτές ζούσαν εξολοκλήρου από την γενναιοδωρία
των εραστών τους και είχαν την δυνατότητα να διαχειρίζονται μόνες τους τα
εισοδήματα τους κινητά ή ακίνητα. Ήταν ελεύθερες να δεχτούν όποιον ήθελαν στο
σπίτι τους του οποίου είχαν και την πλήρη κατοχή, έβγαιναν έξω ελεύθερα και μπορούσαν
να παρευρίσκονται σε μέρη προορισμένα μόνο για άνδρες. Η απόκτηση χρημάτων
έδωσε δύναμη, ανεξαρτησία και ελευθερία στην εταίρα που μπορούσε να μιλήσει
στους άνδρες χωρίς δισταγμούς.
Μελετώντας λοιπόν τις διάφορες κατηγορίες γυναικών στην
Αρχαία Ελλάδα συμπεραίνουμε ότι η μόνη ενηλικιωμένη γυναίκα της αρχαιότητας
ήταν η εταίρα, μιας και ήταν η μόνη που κατείχε το προνόμιο της ιδιοκτησίας και
της διαχείρισης της περιουσίας της. Ήταν δηλαδή ελεύθερη να διαθέτει τον εαυτό
της όπως ήθελε και σε όποιον ήθελε χωρίς να πρέπει να λογοδοτήσει σε κανένα.
Την ανεξαρτησίας αυτή της εταίρας είναι σίγουρο ότι δεν μπορούσε να την έχει
καμία από τις άλλες κατηγορίες γυναικών (Αθηναία, παλλακίδα, δούλα) αφού όλες
τους ήταν υπό κηδεμονία ακόμα και στα γεράματα τους. Είναι βέβαιο όμως ότι η
εταίρα δεν είχε κοινωνική αποδοχή, όπως η νόμιμη σύζυγος, και η οικονομική
συντήρηση του οίκου της εξαρτιόταν από τις ''δωρεές'' των φίλων της που τις
περισσότερες φορές όμως δεν ήταν ευκαταφρόνητες. Ένα πράμα όμως είναι σίγουρο,
πως παρόλα τα προνόμια ή τις υποχρεώσεις που είχε κάθε μια από τις κατηγορίες
των γυναικών, καμιά τους δεν μπορούσε να αποκτήσει την πολυπόθητη συμμετοχή
στις πολιτικές δραστηριότητες, δικαίωμα αποκλειστικά των ανδρών της εποχής και
κατάκτηση της σημερινής γυναίκας.




